Ο ασθενής είναι ευάλωτος κάτω από το πλαίσιο της εξουσίας του ειδικού και ακριβώς για αυτό το λόγο η ευθύνη από την μεριά του θεραπευτή είναι τεράστια.
Είναι σημαντικό και για τον θεραπευτή μα και τον θεραπευόμενο κατά την πρώτη συνάντηση να εξηγηθεί στον θεραπευόμενο ότι ο θεραπευτής ασκεί το επάγγελμα του σύμφωνα με το απόρρητο και ότι όποια πληροφορία του γίνει γνωστή θα παραμείνει εμπιστευτική μέσα στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο. Εξαίρεση αποτελεί, όταν οποιαδήποτε πληροφορία αποκαλυφθεί με την συναίνεση του θεραπευόμενου και στην περίπτωση όπου χωρίς την συναίνεση του ασθενούς, ο θεραπευτής «σπάει» το απόρρητο, σε συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ασθενής θα μπορούσε να είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του και τους άλλους.
Είναι ξεκάθαρο ότι για να λειτουργήσει η ψυχοθεραπευτική σχέση, απαιτείται εμπιστευτικότητα και εχεμύθεια. Χωρίς αυτό η σχέση μεταξύ θεραπευτή θεραπευόμενου γίνεται εύθραυστη μα και επικίνδυνη. Επίσης, είναι σαφές ότι ο ρόλος του θεραπευτή σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι ρόλος αστυνομικού, εισαγγελέα, η ρυθμιστή των ηθικών αρχών. Ο ρόλος του είναι εξαιρετικά δύσκολος και για αυτό σε θέματα απορρήτου πρέπει να ειναι ιδιαίτερα προσεκτικός.
Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι η εκπαίδευση και η εμπειρία του ψυχοθεραπευτή αποτελούν ύψιστης σημασίας εργαλεία, ώστε να εξασφαλίζουν την επαρκή και κατάλληλη παροχή των υπηρεσιών του σε άτομα με ψυχικές διαταραχές.
Ο θεραπευτής καλείται λόγο του ρόλου του να αντιμετωπίζει καθημερινά τους ασθενείς του με ευαισθησία, υπευθυνότητα και γνώση. Αυτό απαιτεί από πλευράς του εξαιρετική ενέργεια και εγρήγορση μα και αμέριστη προσοχή για τον τρόπο που θα χειριστεί τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του ασθενούς του.
Η καλή εκπαίδευση, η συνεχής και επιστημονική ενημέρωση, η εποπτεία από πιο έμπειρους συναδέλφους, καθώς και η προσωπική ψυχοθεραπεία του ίδιου του θεραπευτή, διασφαλίζουν κατά τον μέγιστο τρόπο την καλή λειτουργία του θεραπευτή καθώς και την ασφάλεια των ασθενών του.

